Η Ευρώπη ετοιμάζεται να αποκτήσει έναν Frontex πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο παρεμβατικό. Η πρόταση που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 27 Οκτωβρίου δεν αφορά απλώς περισσότερους συνοριοφύλακες. Μετατρέπει τον οργανισμό σε κεντρικό μηχανισμό επιστροφών, του επιτρέπει να υποστηρίζει επιχειρήσεις ακόμη και μεταξύ τρίτων χωρών και εισάγει ταχεία αντίδραση μέσα σε λίγες ώρες. Πρόκειται για αλλαγή ισορροπίας ανάμεσα στην εθνική αρμοδιότητα, την ευρωπαϊκή ισχύ και τη λογοδοσία.
Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία είναι συγκεκριμένα. Η Επιτροπή προτείνει σταδιακή αύξηση του μόνιμου σώματος σε 30.000 άτομα έως το 2041. Η σύνθεση προβλέπει 6.000 υπαλλήλους του Frontex, 7.000 αποσπασμένους από εθνικές αρχές και νέα εφεδρεία 17.000 συνοριοφυλάκων. Ο σχεδιασμός συνοδεύεται από προτεινόμενο προϋπολογισμό 11,8 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2028 έως 2034, σχεδόν διπλάσιο από τον σημερινό.
Η επιχειρησιακή φιλοδοξία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Προβλέπονται Κέντρο Συντονισμού Επιστροφών, δύναμη ταχείας αντίδρασης με δυνατότητα ανάπτυξης εντός 24 ωρών ύστερα από αίτημα κράτους μέλους και κέντρο διαδικτυακής παρακολούθησης για έγκαιρο εντοπισμό κινδύνων στα σύνορα. Ο Frontex θα μπορεί επίσης, βάσει ειδικής συμφωνίας της ΕΕ, να συνδράμει επιστροφές από μία τρίτη χώρα σε άλλη, υπό την προϋπόθεση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Η κλίμακα δεν ξεκινά από το μηδέν. Το 2025 ο οργανισμός υποστήριξε περίπου 63.500 επιστροφές, που αντιστοιχούσαν στο 45% του συνόλου της Ένωσης. Η νέα πρόταση ακολουθεί τη μαζική είσοδο περισσότερων από 72.000 ανθρώπων στη Θέουτα από το Μαρόκο το περασμένο καλοκαίρι. Για την Ελλάδα, το ενδιαφέρον είναι άμεσο, καθώς η Επιτροπή αναγνωρίζει τη διαδρομή από την Ασία μέσω Αιγύπτου και Λιβύης προς την Κρήτη ως μία από τις πλέον απαιτητικές.
Εδώ αρχίζει η ανάλυση. Ένας ισχυρότερος κοινός μηχανισμός μπορεί να μειώσει τον κατακερματισμό, να προσφέρει εξοπλισμό που δεν διαθέτουν όλα τα κράτη και να αποτρέψει τη μεταφορά πίεσης από ένα σύνορο σε άλλο. Για χώρες πρώτης γραμμής, η ευρωπαϊκή εφεδρεία έχει πραγματική αξία μόνο αν αναπτύσσεται γρήγορα και δεν περιορίζεται σε πολιτική υπόσχεση. Παράλληλα, η κοινή προμήθεια τεχνολογίας μπορεί να μειώσει κόστος και ασυμβατότητες.
Ωστόσο, όσο απομακρύνεται μια επιχείρηση από το ευρωπαϊκό έδαφος τόσο δυσκολότερος γίνεται ο έλεγχος. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η εποπτεία δεν συμβαδίζει πάντοτε με τη διεύρυνση της αποστολής του Frontex. Οργανώσεις δικαιωμάτων επισημαίνουν κινδύνους αυθαίρετης κράτησης, κακομεταχείρισης και αλυσιδωτών επαναπροωθήσεων σε χώρες με ασθενείς θεσμούς. Η ψηφιακή ανταλλαγή βιομετρικών και άλλων ευαίσθητων δεδομένων προσθέτει ένα ακόμη πεδίο ευθύνης.
Το συμπέρασμα είναι ότι η πρόταση δεν δημιουργεί απλώς περισσότερη φύλαξη, αλλά μια νέα ευρωπαϊκή εξουσία στα σύνορα. Η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από το αν οι 30.000 άνθρωποι, τα 11,8 δισεκατομμύρια και οι νέες τεχνολογίες θα συνοδευθούν από ανεξάρτητο έλεγχο, δικαστική προστασία και διαφανείς συμφωνίες με τρίτες χώρες. Χωρίς αυτά, η Ευρώπη μπορεί να μεταφέρει τις επιστροφές εκτός των συνόρων της, όχι όμως και την ευθύνη της.
