Ο πρώτος γύρος των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών τελείωσε και έδωσε ένα πολύ σημαντικό πολιτικό μήνυμα για όλα τα κόμματα πέρα από τις προσωπικές και ανεξάρτητες υποψηφιότητες που προέκυψαν.
Το βασικότερο μήνυμα της κάλπης ήταν η επιβεβαίωση της κυριαρχίας της ΝΔ και της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς από τις 13 περιφέρειες της χώρας στις οποίες δόθηκε πολιτικό πρόσημο, οι 7 έχουν ήδη κριθεί από τον 10 γύρο ενώ στις υπόλοιπες 6 οι υποψήφιοι της ΝΔ διατηρούν προβάδισμα, ενώ οι αντίπαλοί τους είναι σχεδόν όλοι ανεξάρτητοι προερχόμενοι από τη ΝΔ.
Το παραπάνω στοιχείο δείχνει από μόνο του, πως τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΠΑΣΟΚ, δεν κατάφεραν να βρουν κατάλληλα στελέχη για την αυτοδιοίκηση και να εκμεταλλευθούν την λεγόμενη χαλαρή ψήφο των πολιτών με μεγαλύτερη εστίαση στα πρόσωπα, με αποτέλεσμα η ΝΔ να έχει σχεδόν σε όλη την επικράτεια δικά της στελέχη να επικρατούν.
Βέβαια θα πρέπει να τονίσουμε την επίδραση από την αλλαγή ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, με την ανάληψη της αρχηγίας από τον Στέφανο Κασσελάκη, όπου δυστυχώς δεν συγκίνησε το εκλογικό σώμα, τουλάχιστον σε αυτή την φάση, καθώς όσους υποψήφιους και αν στήριξε λεκτικά, δεν κατάφεραν να εκλεγούν.
Στον Δήμο της Αθήνας για παράδειγμα, που ο Στέφανος Κασσελάκης στήριξε με αρκετές δηλώσεις τον εκλεκτό του κόμματος Κώστα Ζαχαριάδη, δεν κατάφερε καν να περάσει στον δεύτερο γύρο, αποσπώντας ένα ποσοστό της τάξης του 13% όταν ο Κώστας Μπακογιάννης της ΝΔ βρίσκεται ήδη πάνω από 41%.
Τόσο η επικράτηση των γαλάζιων υποψήφιων σε μεγάλους δήμους και περιφέρειες, όσο και η διαφορά στις ψήφους, φανερώνουν πως παρά τις πρόσφατες κρίσεις με τις πυρκαγιές το καλοκαίρι αλλά και την πλημμύρα στην Θεσσαλία, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, εμπιστεύεται τον πρωθυπουργό για τον χειρισμό των κρίσιμων ζητημάτων και δεν κατέληξε σε μία εύκολη ψήφο διαμαρτυρίας όπως θα ήθελε η αντιπολίτευση και κυρίως η νέα ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι βέβαιο πως τόσο η αριστερά όσο και η κεντροαριστερά στη χώρα, όπως και αν εκπροσωπούνται αυτή τη στιγμή, θα πρέπει να κάνουν μία γενναία αυτοκριτική ώστε να μπορέσουν να αντιτάξουν ένα λόγο μεστό, με επιχειρήματα και πρακτικές λύσεις για τους πολίτες.
