Η Ευρώπη ετοιμάζεται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ξοδεύει περίπου 2,5 τρισ. ευρώ τον χρόνο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στις 9 Σεπτεμβρίου πρόταση για ριζική αναθεώρηση των δημοσίων προμηθειών, μιας αγοράς που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του ΑΕΠ της Ένωσης. Η βασική μετατόπιση είναι πολιτική όσο και τεχνική: η χαμηλότερη τιμή δεν θα αρκεί πλέον για να κερδίσει έναν διαγωνισμό όταν διακυβεύονται η ποιότητα, η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και η οικονομική ασφάλεια.
Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία δείχνουν το εύρος της αλλαγής. Η πρόταση αντικαθιστά τρεις οδηγίες με έναν ενιαίο κανονισμό, ο οποίος θα εφαρμόζεται απευθείας στα κράτη μέλη. Οι συμβάσεις θα ανατίθενται βάσει της καλύτερης σχέσης τιμής και ποιότητας, με τα ποιοτικά κριτήρια να αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 30% της βαθμολογίας. Στις συμβάσεις έντασης εργασίας το ποσοστό ανεβαίνει στο 50%, ώστε το κόστος να μην υπερισχύει αυτομάτως των συνθηκών απασχόλησης και της ποιότητας της υπηρεσίας.
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά την ευρωπαϊκή προτίμηση. Δεν θεσπίζεται οριζόντια υποχρέωση αγοράς ευρωπαϊκών προϊόντων. Δίνεται όμως στις αναθέτουσες αρχές η δυνατότητα να αποκλείουν προσφορές με ευρωπαϊκό περιεχόμενο κάτω από 50% ή προμηθευτές από χώρες που δεν παρέχουν αντίστοιχη πρόσβαση στις δικές τους δημόσιες αγορές. Οι συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με εμπορικούς εταίρους και η Συμφωνία Δημοσίων Συμβάσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου παραμένουν το νομικό όριο αυτής της επιλογής.
Παράλληλα, οι δημόσιοι αγοραστές θα μπορούν να εξετάζουν κινδύνους που μέχρι σήμερα έμεναν συχνά στο περιθώριο, όπως η κυβερνοασφάλεια, ο ξένος έλεγχος ενός αναδόχου, η υποχρέωσή του να αποκαλύπτει ευαίσθητα δεδομένα σε τρίτη χώρα και η πιθανότητα διακοπής της εφοδιαστικής αλυσίδας. Προβλέπεται επίσης ευρωπαϊκό ψηφιακό σύστημα, με ενιαία επιχειρηματικά διαπιστευτήρια και διαλειτουργικότητα των εθνικών πλατφορμών, ώστε μια εταιρεία να μη χρειάζεται διαφορετική εγγραφή για κάθε διαγωνισμό.
Η μεταρρύθμιση απαντά σε πραγματική αποτυχία. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο είχε διαπιστώσει ότι ο ανταγωνισμός στις δημόσιες συμβάσεις μειώθηκε τη δεκαετία έως το 2021 και ότι η αναθεώρηση του 2014 δεν έφερε την επιθυμητή βελτίωση. Η νέα πρόταση επιχειρεί να ανοίξει την αγορά σε περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσει τη δημόσια ζήτηση ως βιομηχανική πολιτική απέναντι στην Κίνα και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εδώ βρίσκεται όμως και η αντίφαση: περισσότερα στρατηγικά κριτήρια μπορούν να δημιουργήσουν καλύτερες συμβάσεις, αλλά και μεγαλύτερο περιθώριο υποκειμενικών αποφάσεων.
Για την Ελλάδα η αλλαγή σημαίνει ότι οι διαγωνισμοί θα απαιτούν πολύ ισχυρότερη τεκμηρίωση. Δεν θα αρκεί μια γενική αναφορά σε πράσινα ή κοινωνικά χαρακτηριστικά. Οι αναθέτουσες αρχές θα χρειάζονται μετρήσιμους δείκτες ποιότητας, ελέγχους πραγματικού κόστους σε όλο τον κύκλο ζωής, αποδείξεις για την προέλευση των προϊόντων και διαφανή αξιολόγηση κινδύνων. Οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να κερδίσουν πρόσβαση σε μεγαλύτερη ενιαία αγορά, αρκεί να διαθέτουν πιστοποιήσεις, ψηφιακή ετοιμότητα και αξιόπιστα δεδομένα για την αλυσίδα προμηθευτών τους.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι δημόσιες προμήθειες παύουν να είναι λογιστική διαδικασία και γίνονται εργαλείο ανταγωνιστικότητας. Η επιτυχία δεν θα κριθεί από το πόσο εύκολα θα απορρίπτεται μια φθηνή ξένη προσφορά, αλλά από το αν η Ευρώπη θα αγοράζει καλύτερα, με περισσότερο ανταγωνισμό και λιγότερη γραφειοκρατία. Αν η ποιότητα μετριέται καθαρά, η μεταρρύθμιση μπορεί να ενισχύσει τη βιομηχανία. Αν γίνει πρόσχημα για αδιαφάνεια, το ακριβότερο θα αντικαταστήσει απλώς το φθηνότερο χωρίς να γίνει καλύτερο.
