Με βάση τα πρόσφατα δεδομένα, η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας παρουσιάζει ένα παράδοξο που γίνεται ιδιαίτερα ορατό και στην Ελλάδα. Οι επιχειρήσεις δηλώνουν ότι στρέφονται περισσότερο σε εργαζομένους στην αρχή της σταδιοδρομίας τους, την ίδια στιγμή που οι νέοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υπερδιπλάσιο κίνδυνο ανεργίας. Την στιγμή λοιπόν που η πόρτα της αγοράς εργασίας φαίνεται να ανοίγει, οι απαιτήσεις παραμένουν υψηλές αν όχι ακατόρθωτες.

Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, το 42% των εργοδοτών που συμμετείχαν στην έρευνα προοπτικών απασχόλησης της Manpower, ανέφερε ότι αύξησε τις προσλήψεις εισαγωγικού επιπέδου σε σύγκριση με το 2025. Ένα ακόμη 36% δεν διαπίστωσε μεταβολή. Η τάση αυτή συνδέεται με τις κενές θέσεις, τη γήρανση του εργατικού δυναμικού και την ανάγκη να δημιουργηθούν νέες δεξαμενές ταλέντου. Παρ’ όλα αυτά, δεν εξελίσσεται, με τον ίδιο ρυθμό σε όλους τους κλάδους, ούτε σημαίνει αυτομάτως σταθερή επαγγελματική προοπτική.

Τα επίσημα στοιχεία εξηγούν αυτή την αντίφαση. Τον Ιούλιο του 2026 η συνολική ανεργία στην Ευρωζώνη ήταν 6,4%, ενώ στους κάτω των 25 ετών έφθανε το 14,9%. Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 7,9% και 16,8%. Η βελτίωση σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα είναι σαφής, ιδίως για τους Έλληνες νέους, αλλά το χάσμα παραμένει μεγάλο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπολογίζει ότι ο λόγος της νεανικής προς τη συνολική ανεργία αυξήθηκε στο 2,4 το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 2,1 το 2023.

Επίσης, η ΕΚΤ καταγράφει ότι η αύξηση της απασχόλησης των νέων έχει γίνει αρνητική στα τελευταία τρίμηνα, ενώ βελτιώνεται για την ομάδα 25 έως 29 ετών. Μέρος της εξήγησης είναι η κυκλική ζήτηση. Οι νεότεροι προσλαμβάνονται αργότερα και αποχωρούν πρώτοι όταν επιβραδύνεται η ζήτηση. Υπάρχει όμως και διαρθρωτικό ζήτημα, επειδή θέσεις σε τεχνολογία, επαγγελματικές υπηρεσίες και άλλα επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης αλλάζουν γρηγορότερα από τα προγράμματα σπουδών και την εταιρική εκπαίδευση.

Εκτός αυτού, η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει πίεση στην αγορά εργασίας χωρίς να αποτελεί όμως τη μοναδική αιτία. Η ΕΚΤ βρίσκει ενδείξεις ασθενέστερης απασχόλησης σε επαγγέλματα με υψηλό κίνδυνο αυτοματοποίησης, όπου συχνά συγκεντρώνονται εισαγωγικές εργασίες. Παράλληλα, επιχειρήσεις που επενδύουν στην τεχνολογία μπορούν να αναπτυχθούν και να δημιουργήσουν νέους ρόλους.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η τεχνολογία καταργεί συνολικά την εργασία, αλλά αν αφαιρεί τα πρώτα σκαλοπάτια από τα οποία αποκτάται η εμπειρία.

Εδώ βέβαια βρίσκεται και η ευθύνη των εργοδοτών. Δεν γίνεται για παράδειγμα μια αγγελία να χαρακτηρίζεται εισαγωγικού επιπέδου και ταυτόχρονα να απαιτεί πολυετή προϋπηρεσία. Η έλλειψη εμπειρίας που οι επιχειρήσεις αναφέρουν ως εμπόδιο, είναι ακριβώς το πρόβλημα που οφείλουν να λύσουν με αμειβόμενη μαθητεία, οργανωμένο πρόγραμμα αποφοίτων, καθοδήγηση και αξιολόγηση βάσει δεξιοτήτων. Διαφορετικά, οι προσλήψεις των νέων θα καλύπτουν προσωρινά κενά χωρίς να δημιουργούν επαγγελματική κινητικότητα.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η αύξηση των προσλήψεων αποτελεί θετικό μήνυμα, όχι όμως μόνιμη λύση. Η πραγματική επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο από το πόσοι νέοι υπογράφουν μια σύμβαση εργασίας, αλλά από το πόσοι παραμένουν, εκπαιδεύονται και προχωρούν τελικά σε καλύτερα αμειβόμενες θέσεις μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, αν η Ελλάδα επιθυμεί ισχυρή παραγωγικότητα, καινοτομία και κοινωνική συνοχή, πρέπει να μετατρέψει σταδιακά την πρώτη εργασία από το φίλτρο αξιολόγησης εμπειρίας, σε μηχανισμό διαρκούς μάθησης, εξέλιξης και εξειδίκευσης σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

Σχολιάστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Pin It on Pinterest

Scroll to Top