Τρεις δεκαετίες μετά την πτώση του κομμουνισμού, οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έχουν διανύσει μια εντυπωσιακή οικονομική απόσταση. Αξιοποίησαν τη γεωγραφική τους εγγύτητα με τη Γερμανία, ένα μορφωμένο εργατικό δυναμικό και το χαμηλότερο κόστος παραγωγής για να ενταχθούν στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας. Εργοστάσια αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και μηχανημάτων δημιούργησαν θέσεις εργασίας, αύξησαν τις εξαγωγές και συνέβαλαν στη σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με τη Δυτική Ευρώπη.
Η επιτυχία αυτή, όμως, αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Οι μισθοί αυξήθηκαν, ενώ το αρχικό πλεονέκτημα του φθηνού εργατικού δυναμικού περιορίζεται. Ταυτόχρονα, η επιβράδυνση της γερμανικής βιομηχανίας και ο ανταγωνισμός από την Κίνα πιέζουν ιδιαίτερα τις οικονομίες που εξαρτώνται από την αυτοκινητοβιομηχανία. Η απόσταση μεταξύ των χωρών είναι πλέον εμφανής: η Πολωνία, με μεγαλύτερη εσωτερική αγορά και πιο διαφοροποιημένη παραγωγή, αναπτύσσεται ταχύτερα, ενώ η Σλοβακία αντιμετωπίζει ασθενέστερες προοπτικές.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι οι χώρες αυτές παράγουν για ξένες επιχειρήσεις. Είναι ότι συχνά οι αποφάσεις για το προϊόν, την τεχνολογία και τις αγορές λαμβάνονται αλλού. Όσο μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας περιορίζεται στη συναρμολόγηση, τόσο μικρότερο μέρος της αξίας παραμένει στην τοπική οικονομία. Μια αλλαγή στη στρατηγική ενός πολυεθνικού ομίλου μπορεί τότε να επηρεάσει ολόκληρες βιομηχανικές περιοχές.
Η επόμενη φάση ανάπτυξης απαιτεί περισσότερη έρευνα, εγχώριους προμηθευτές και εργαζομένους με δεξιότητες στην αυτοματοποίηση, στο λογισμικό και στις νέες ενεργειακές τεχνολογίες. Οι επενδύσεις σε ημιαγωγούς και μπαταρίες έχουν αξία όταν συνοδεύονται από τεχνογνωσία, τοπικές συνεργασίες και πραγματικές δυνατότητες εξέλιξης των επιχειρήσεων. Παράλληλα, φθηνότερη και καθαρότερη ενέργεια, αξιόπιστες υποδομές και καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση μπορούν να στηρίξουν τόσο τη βιομηχανία όσο και τις υπηρεσίες υψηλής αξίας.
Πρέπει, λοιπόν, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης να στραφούν στον προστατευτισμό; Οι γενικευμένοι δασμοί θα αύξαναν το κόστος εξαρτημάτων και πρώτων υλών για τις ίδιες τις εξαγωγικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να προστατεύσουν. Θα μπορούσαν επίσης να προκαλέσουν αντίποινα και να αποθαρρύνουν επενδύσεις. Αυτό δεν σημαίνει αδράνεια απέναντι σε αθέμιτες επιδοτήσεις ή πρακτικές που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Σημαίνει στοχευμένα ευρωπαϊκά μέτρα, τεκμηριωμένα με έρευνες, μαζί με κανόνες που απαιτούν από κάθε μεγάλη επένδυση περιβαλλοντική συμμόρφωση, ποιοτικές θέσεις εργασίας και ουσιαστική παραγωγική παρουσία.
Συμπερασματικά, το οικονομικό θαύμα της περιοχής μπορεί να συνεχιστεί, εφόσον περάσει από το χαμηλό κόστος στην υψηλή παραγωγικότητα. Η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη έχει πλέον εργοστάσια, δεξιότητες και καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται να αποκτήσει περισσότερη δική της τεχνολογία και μεγαλύτερο λόγο στις αποφάσεις της παραγωγής, καθώς η ανοιχτή αγορά, με δίκαιους κανόνες και συνεκτική βιομηχανική πολιτική, της προσφέρει καλύτερη προοπτική από έναν γενικευμένο προστατευτισμό.
