ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ
30 Σεπτεμβρίου 2026 | 511 λέξεις
Η ελληνική επιχειρηματική οικονομία μεγάλωσε το 2024, αλλά η νέα ακτινογραφία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι το μέγεθος του τζίρου δεν ταυτίζεται με το βάθος της παραγωγής. Οι επιχειρήσεις στους τομείς της βιομηχανίας, των κατασκευών, του εμπορίου και των υπηρεσιών πραγματοποίησαν κύκλο εργασιών 447,5 δισ. ευρώ. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία τους, δηλαδή ο πλούτος που έμεινε αφού αφαιρεθούν οι ενδιάμεσες εισροές, περιορίστηκε στα 114,2 δισ. ευρώ.
Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία είναι θετικά. Ο τζίρος αυξήθηκε κατά 6,5% σε σχέση με το 2023, η προστιθέμενη αξία κατά 11,9% και η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο κατά 7,4%. Οι επενδύσεις σε υλικά αγαθά έφθασαν τα 21,3 δισ. ευρώ, ενώ οι 966.366 επιχειρήσεις απασχολούσαν 3,63 εκατομμύρια ανθρώπους, από τους οποίους 2,71 εκατομμύρια ήταν μισθωτοί. Η βελτίωση, επομένως, δεν περιορίστηκε στον όγκο πωλήσεων, αλλά εμφανίστηκε και στην προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο.
Ωστόσο, η σύνθεση αποκαλύπτει το διαρθρωτικό όριο. Το χονδρικό και λιανικό εμπόριο παρήγαγε το 37,5% του συνολικού τζίρου, αλλά το 19,6% της προστιθέμενης αξίας και το 23,3% της απασχόλησης. Η μεταποίηση, αντιθέτως, αντιστοιχούσε στο 20,2% του τζίρου και στο 17% της προστιθέμενης αξίας, με μόλις το 11,1% των απασχολουμένων. Η σύγκριση δεν υποτιμά το εμπόριο. Δείχνει ότι διαφορετικοί κλάδοι μετατρέπουν τις πωλήσεις και την εργασία σε νέο οικονομικό αποτέλεσμα με πολύ διαφορετική ένταση.
Η ίδια εικόνα εμφανίζεται στον τουριστικό πυρήνα. Τα καταλύματα και η εστίαση συγκέντρωναν το 20,4% των απασχολουμένων, αλλά παρήγαγαν το 8,8% της προστιθέμενης αξίας. Πρόκειται για δραστηριότητες απολύτως κρίσιμες για την περιφέρεια, την απασχόληση και τις εξαγωγές υπηρεσιών, όμως η μεγάλη εξάρτηση από εποχική εργασία και η περιορισμένη κλίμακα πολλών μονάδων συγκρατούν την παραγωγικότητα. Η ευρωπαϊκή σύγκριση επιβεβαιώνει την ιδιαιτερότητα, καθώς η Eurostat καταγράφει στην Ελλάδα το υψηλότερο μερίδιο του εμπορίου στην απασχόληση και την προστιθέμενη αξία μεταξύ των εθνικών επιχειρηματικών οικονομιών.
Υπάρχουν, πάντως, ενδείξεις αλλαγής. Οι κατασκευές αύξησαν τον τζίρο τους κατά 24,1%, την προστιθέμενη αξία κατά 31,3% και την απασχόληση κατά 13%. Η διαχείριση ακίνητης περιουσίας κατέγραψε άνοδο 32,2% στην προστιθέμενη αξία, ενώ οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες ενίσχυσαν το αντίστοιχο μέγεθος κατά 14,9%. Το ερώτημα είναι αν αυτή η δυναμική θα δημιουργήσει μόνιμη τεχνογνωσία και εξαγώγιμες υπηρεσίες ή θα παραμείνει δεμένη κυρίως με τον κύκλο των ακινήτων και της εγχώριας ζήτησης.
Η απλή διαίρεση της συνολικής απασχόλησης με τον αριθμό των επιχειρήσεων δίνει λιγότερους από τέσσερις απασχολουμένους ανά επιχείρηση. Ο δείκτης δεν αποδεικνύει από μόνος του κατακερματισμό, επειδή συνυπάρχουν αυτοαπασχολούμενοι και μεγάλοι όμιλοι. Δείχνει όμως το βασικό αναπτυξιακό στοίχημα, δηλαδή τη μετάβαση περισσότερων επιχειρήσεων από την επιβίωση στην κλίμακα. Χρειάζονται επενδύσεις σε τεχνολογία, δεξιότητες, ενεργειακή αποδοτικότητα, συνεργασίες και πρόσβαση σε διεθνείς αγορές, ώστε η αύξηση του τζίρου να παράγει περισσότερη αξία ανά εργαζόμενο.
Το συμπέρασμα είναι ότι η εικόνα του 2024 δικαιολογεί αισιοδοξία, όχι εφησυχασμό. Η ελληνική οικονομία εμφανίζει περισσότερη δραστηριότητα, απασχόληση και παραγωγικότητα, αλλά εξακολουθεί να στηρίζεται έντονα σε κλάδους εγχώριας κυκλοφορίας αγαθών, τουρισμού και ακινήτων. Ο πραγματικός μετασχηματισμός θα αποδειχθεί όταν η προστιθέμενη αξία, οι παραγωγικές επενδύσεις και οι εξαγωγές αυξάνονται σταθερά ταχύτερα από τον τζίρο. Τότε τα 447,5 δισ. ευρώ δεν θα είναι μόνο μεγάλος αριθμός πωλήσεων, αλλά ένδειξη μιας οικονομίας που παράγει περισσότερο από ό,τι απλώς διακινεί.
